Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
4 / 3 / 2024

Shai-Hulud is my master...

Το δεύτερο μέρος της ταινίας Dune ήταν σίγουρα το ίδιο καλό με το πρώτο. Ίσως να ήταν και καλύτερο. Πάλι, πολύ πιστό στο μυθιστόρημα του Herbert. Μια, δυο σκηνές είχε μόνο που δεν υπήρχαν στο βιβλίο, αν δεν κάνω λάθος. Εξαιρετική απόδοση. Τολμώ να πω ότι μάλλον είναι η καλύτερη κινηματογραφική απόδοση του Dune μέχρι στιγμής.

Η τελική μονομαχία του Πολ με τον Φέιντ διαφέρει, βέβαια, λίγο απ’ό,τι στο βιβλίο. Τραγωδία, το ξέρω. Αλλά διαφέρει. Από την άλλη, δεν θα μπορούσε ποτέ να ήταν ίδια. Γιατί στο βιβλίο η μονομαχία αυτή πηγαίνει πιο αργά – διαβάζεις τις σκέψεις των χαρακτήρων και το τι αντιλαμβάνονται. Έχει ένα φυσικό slow motion, μια τρομερά ψυχεδελική αίσθηση. Είσαι εκεί. Στην ταινία απλώς τους βλέπεις να χτυπιούνται στα γρήγορα, και προς το τέλος γίνεται το κλασικό «Είναι νεκρός... Όχι! δεν είναι νεκρός – ο άλλος είναι νεκρός!» Εντάξει, δεν είναι το ίδιο πράγμα...

Και το cliffhanger με την Τσάνι ήταν τελείως περιττό, απλά και μόνο για να δικαιολογήσουν την τρίτη ταινία που λένε ότι πιθανώς θα κυκλοφορήσει. Αλλά, πραγματικά, δεν υπήρχε λόγος γι’αυτό. Από μόνο του το τέλος του Dune, όπως το είχε γράψει ο Herbert, γαργαλά τη φαντασία για συνέχεια. Δεν είναι προφανές; Τι άλλο χρειαζόταν;

Κάποιες γενικές παρατηρήσεις/σκέψεις και από τις δύο ταινίες μαζί, αν και κυρίως από τη δεύτερη:

Βλέπουμε να συμβαίνει μια πολεμική παραδοξότητα: από τη μια, αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο Διάστημα και έχουν τρομερή τεχνολογία· από την άλλη, σφάζονται με σπαθιά! Μια αισθητική παλιότερης επιστημονικής φαντασίας που, προσωπικά, μου αρέσει. Στην πρώτη ταινία, αν δεν κάνω λάθος, δινόταν η σωστή αιτιολογία (όπως και στο βιβλίο): ότι όλοι οι πολεμιστές έχουν γύρω τους μια ενεργειακή ασπίδα που σταματά τις ακτίνες λέιζερ που μπορεί να έρχονται εναντίον τους, οπότε ο μόνος τρόπος να πολεμήσουν από κοντά (εξαιρώντας τα πυροβόλα όπλα που μάλλον θεωρούνται «ντεμοντέ» σε τέτοιο κόσμο) είναι με αγχέμαχα όπλα – σπαθιά, τσεκούρια, ρόπαλα. Σαν πολιτισμένοι άνθρωποι. Αλλά δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση αυτό. Όχι άσχημη, κατά τη γνώμη μου. Ωστόσο, στη δεύτερη ταινία, δεν φαίνεται πουθενά ότι έχουν ενεργειακές ασπίδες...

Οι πολεμιστές, δε, του Αυτοκράτορα είναι σαν να έχουν βγει κατευθείαν από τον Μεσαίωνα μ’αυτές τις σπάθες που κουβαλάνε, και γενικά με το όλο τους ντύσιμο. Ιππότες από Γαλλία ή Αγγλία. Και η περιβολή της Πριγκίπισσας Ίρουλαν, ειδικά προς το τέλος, είναι τελείως μεσαιωνική. Νομίζεις ότι βγήκε από Game of Thrones. Τρως στη μάπα μια τρομερή αντίφαση, έναν ψυχεδελικό αναχρονισμό. Πώς είναι δυνατόν αυτοί οι πολιτισμοί να ταξιδεύουν στο Διάστημα αλλά να ντύνονται σαν μεσαιωνικοί ιππότες; Και πώς είναι δυνατόν ένα μήνυμα να μεταφέρεται στον Αυτοκράτορα επάνω σε μεταλλικό κύλινδρο περίπου σαν περγαμηνή; Δεν έχουν ολογράμματα, φωνητικά μηνύματα; Δεν έχουν χαρτί;

Το σκηνικό είναι, ομολογουμένως, ψυχεδελικό. Είναι αυτού του είδους η τεχνολογία επιστημονικής φαντασίας που απλά πρέπει να τη δεχτείς γι’αυτό που είναι, αγνοώντας καθετί γνωστό μέχρι στιγμής. Ναι, από τη μια διαστημόπλοια και διάφορες παράξενες τεχνολογίες· από την άλλη μεσαιωνικό ντύσιμο, σπαθιά, και μηνύματα σε κύλινδρο.

Οι Χαρκόνεν είναι brutal, φυσικά, όπως έπρεπε. Είναι κάφροι τελείως. Αλλά, έτσι όπως τους παρουσιάζει η ταινία να σφάζουν τους αξιωματικούς τους όποτε τσαντίζονται, αναρωτιέσαι πώς έχουν ακόμα αξιωματικούς, πώς τους έχουν απομείνει ζωντανοί αξιωματικοί!

Επίσης, αμφισβητώ λιγάκι την εμφάνιση των Χαρκόνεν στην ταινία. Μοιάζουν με μη-άνθρωποι. Μοιάζουν με «κλασικοί» εξωγήινοι. Καραφλοί, με δέρμα πολύ λευκό και λείο. Θυμίζουν βρικόλακες. Δε νομίζω ότι περιγράφονταν ακριβώς έτσι στο βιβλίο του Herbert (αλλά ίσως και να κάνω λάθος). Υποτίθεται πως ήταν άνθρωποι σαν τους άλλους, απλώς καθάρματα οι περισσότεροι από αυτούς. Στην ταινία μοιάζει σαν να ανήκουν σε άλλη φυλή.

Και μετά αποκαλύπτεται ότι ο Πολ και η μάνα του, η Τζέσικα, είναι κι αυτοί Χαρκόνεν. Η Τζέσικα είναι κόρη του Βαρόνου... Γιατί, τότε, και η Τζέσικα δεν μοιάζει με τους υπόλοιπους Χαρκόνεν; Γιατί μοιάζει με κανονικό άνθρωπο; Δεν βγάζει νόημα αυτό.

Νομίζω ότι ο σκηνοθέτης, προκειμένου να κάνει τους Χαρκόνεν να φαίνονται κακοί, κάπου το παράκανε. Τους έδωσε μια εμφάνιση σαν BDSM Ναζί βρικόλακες εξωγήινους που σκοτώνουν τους αξιωματικούς τους με το παραμικρό. Λιγάκι υπερβολικό, ίσως. Θα μπορούσαν να φαίνονται αρκετά κακοί και χωρίς τέτοια ακρότητα.

Ως επίλογο, θέλω να πω ότι, παρακολουθώντας την ταινία, δεν αισθάνθηκα τίποτα. Μου άρεσε μεν αλλά όπως κάτι που το βλέπεις και το κρίνεις ως καλό. Δεν μπορούσε να με συνεπάρει πραγματικά. Γιατί; Επειδή ήξερα συνέχεια τι θα γίνει παρακάτω. Ήξερα τα πάντα, όπως ο Πολ Ατρείδης που βλέπει το μέλλον αφού πίνει το Νερό της Ζωής. Δεν υπήρχαν εκπλήξεις. Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα με τέτοιου είδους ταινίες, για εμάς που έχουμε διαβάσει το βιβλίο και το ξέρουμε καλά. Δεν έχουν να μας πουν κάτι καινούργιο. Μπορούμε απλά να τις κρίνουμε πώς ήταν ως απόδοση.

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]